Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία


Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πέμπτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίστηκε στη μεταπολίτευση και στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Ύστερα από μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, μένει μόνος αφού και άλλες σχέσεις του δεν οδήγησαν σε κάτι μονιμότερο. Πλησιάζουμε πια στο τέλος, έχουμε φτάσει στο 2007 και ο Δήμος είναι 78 χρονών, προ πολλού συνταξιούχος. Σήμερα ολοκληρώνουμε το προτελευταίο κεφάλαιο, το 13ο, που τιτλοφορείται Επί τας δυσμάς του βίου. 

Καθώς δεν οδηγούσε πια, πήγε με ταξί στην ταβέρνα της Καισαριανής, όπου είχαν δώσει ραντεβού και ξαφνιάστηκε από το πλήθος των παλιών φίλων που βρήκε μαζεμένους, αλλά και από την εγκάρδια υποδοχή που του κάνανε. Δεν την περίμενε και ευχαριστήθηκε πολύ. Όλοι του έσφιξαν το χέρι, κάποιοι τον αγκάλιασαν και οι πιο πολλές από τις γυναίκες τον φίλησαν. Βέβαια πολλούς τους αναγνώρισε δύσκολα. Τους τότε νεαρούς συντρόφους και συναγωνιστές, τους βρήκε όλους με γκρίζα μαλλιά, κάποιους με φαλάκρα και άλλους με κοιλίτσα. Κοπελίτσες, κνίτισσες και ρήγισσες τότε, ήταν τώρα ώριμες γυναίκες, με μεγάλα παιδιά και μία μάλιστα, η Ζωζώ, είχε και εγγόνια. Φυσικά φορούσανε όλες παντελόνια.

Τα τελευταία, τριάντα ίσως, χρόνια όλες οι γυναίκες φορούσανε πια παντελόνια. Φουστάνια θα φορούσανε μόνο σε επίσημες περιπτώσεις και όχι πάντα. Με φούστες επίσης θα έβλεπες μόνο κάποιες γριές ή τίποτα θεούσες, ενώ οι λίγες νεαρές που φορούσανε τολμηρά μίνι, τα συνδύαζαν με κάτι φοβερές μπότες, με λουριά και μεταλλικά εξαρτήματα, που μπροστά τους οι μπότες της Βέρμαχτ θα φάνταζαν σκαρπίνια. Τον ενοχλούσε αυτή τους η αμφίεση. Εύρισκε πως αφαιρούσε από τις γυναίκες τη θηλυκότητά τους, όταν όμως κάποτε το είπε αυτό της Κατερίνας, εκείνη γέλασε και του υπενθύμισε πως μπορεί τα παντελόνια να αφαιρούσανε τη θηλυκότητα, τους δίνανε όμως μεγάλη άνεση κινήσεων και  σκεπάζανε πολλά μειονεκτήματα στην εμφάνιση των ποδιών, ιδίως των πιο μεγάλων γυναικών.

Στη σύναξή τους, πάντως, ξαναθυμήθηκε τα παλιά και σε λίγο είχε γίνει το κέντρο και η ψυχή της παρέας, όπως τότε.

.Όπως έμαθε η ιδέα ήταν της Πόπης. Εκείνον τον καιρό, τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της Χούντας ήταν η αναγνωρισμένη αρχηγός της παρέας και ομόφωνα εκλεγμένη πρόεδρος εκείνης της Δημοκρατικής Παράταξης των Εκπαιδευτικών, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Όταν άρχισαν να οργανώνονται σε κόμματα, οι μισοί σχεδόν πήγαν στο κουκουέ, το ένα τρίτο στο εσωτερικό και οι υπόλοιποι στο Πασόκ. Αυτός, ο Σπύρος και φυσικά η Πόπη, είχαν τότε οργανωθεί στο κόμμα. Η Κατερίνα, ο Αλέκος, η Ζωζώ στο εσωτερικό.

Ανταμώνοντας τους παλιούς φίλους ευχαριστήθηκε ιδιαίτερα, διαπιστώνοντας πως οι παλιές διαφορές, αντιπαραθέσεις και αντιδικίες, που πριν είκοσι χρόνια οδήγησαν αγαπημένους φίλους να κόψουν την καλημέρα μεταξύ τους, φαινόταν να  έχουν λησμονηθεί. Υπερίσχυε η ευχαρίστηση του ανταμώματος παλιών φίλων. Ακόμη και ο Κώστας, που έφτασε στην ταβέρνα μετά από αυτόν, έγινε δεκτός με εγκαρδιότητα. Βέβαια από την αρχή φάνηκε πως ήταν πεσμένα τα φτερά του, αφού μετά την ήττα του Πασόκ στις τελευταίες εκλογές, έπαψε να είναι μεγάλος και τρανός,

Ο ίδιος συνέχισε να μένει ξεκρέμαστος, «ανένταχτο μέλος του κόμματος», όπως έλεγε αστειευόμενος και μολονότι έβλεπε με συμπάθεια τον Συνασπισμό και είχε ζωηρές επιφυλάξεις για την τακτική του κουκουέ, για συναισθηματικούς κυρίως λόγους δε σκέφθηκε να φύγει από αυτό.

……………………………………………………………………………………

Η Κατερίνα συνέχισε  για πολλήν ώρα να σχολιάζει το προχτεσινό τους γλέντι. Έκλεισε όμως κάπως μυστηριωδώς.

«Και κάτι άσχετο με τα προχτεσινά, αλλά που σε αφορά. Θέλω οπωσδήποτε να βρεις τον καιρό και να περάσεις αύριο το απόγεμα από το σπίτι μου. Θα έρθει μια κοπέλα που θέλει πολύ να σε δει».

«Ποια κοπέλα μπορεί να θέλει να δει ένα γέρο μαγκούφη;»

«Δε σου λέω, αλλιώς τι έκπληξη θα ήταν».

«Την ξέρω;»

«Και την ξέρεις και δεν την ξέρεις. Να έρθεις οπωσδήποτε. Και μάλιστα μην έρθεις απόγεμα. Έλα μεσημέρι για να φάμε μαζί. Άντε, γειά σου τώρα».

Για πολλήν ώρα έμεινε με το τηλέφωνο στο χέρι, συλλογισμένος. Για μια στιγμή η καρδιά του πετάρισε – λες να ήταν η Έζμπα; Αλλά η Κατερίνα δε θα έλεγε ποτέ κοπέλα μιαν εβδομηντάρα.

Εβδομηντάρα η Έζμπα! Απίστευτο του φαινόταν. Όσες φορές τη συλλογιζόταν τη θυμόταν όπως ήταν την τελευταία φορά το 1978, τότε που χώρισαν για πάντα, στο αεροδρόμιο του Ελληνικού: μια όμορφη καλοβαλμένη γυναίκα, στην καλύτερη ηλικία της, πάνω στην ακμή της. Βέβαια από τότε πέρασαν, ούτε λίγα ούτε πολλά εικοσιεννέα χρόνια! Ακόμα πιο πολλές φορές τη θυμόταν, όπως ήταν, όταν τη γνώρισε, στα πρώτα της νιάτα, τότε που άστραφτε η ομορφιά της και συνάρπαζε η ζωντάνια της…

Όταν, νικημένος από την κούραση, έχοντας απαυδήσει να βλέπει τηλεόραση και νοιώθοντας ένα είδος κορεσμού από τις αναπολήσεις, αποφάσισε να πάει για ύπνο, ήταν σχεδόν τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Πήγε στο μπάνιο, έπλυνε το πρόσωπό του, έβγαλε τη ζώνη που φορούσε λόγω της οσφυαλγίας, έβαλε τις πυτζάμες του και πήγε στον κοιτώνα του. Εκεί έβγαλε τα γυαλιά του, το ρολόι του και τα ακουστικά βαρηκοΐας και τα ακούμπησε στο κομοδίνο. Τη διαδικασία αυτή που την ακολουθούσε τα τελευταία χρόνια, την αντιμετώπιζε με χιούμορ. «Πριν πέσω για ύπνο αποσυντίθεμαι», σκεφτόταν και αυτό τον διασκέδαζε. Ευτυχώς που δεν είχε τεχνητά μέλη, κανένα ξύλινο πόδι ή κανένα βιονικό χέρι, που να χρειαζόταν να τα αποσυνδέσει πριν πέσει.

Το καλό ήταν πως αυτή τη νύχτα η πιστή σύνευνός του, η Αϋπνία, δεν τον επισκέφθηκε και έτσι βυθίστηκε σε βαθύ, λυτρωτικόν ύπνο.

Ξύπνησε αργά, περασμένες οχτώ, ξεκούραστος όμως και ακμαίος. «Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα», ήταν η πρώτη του σκέψη, καθώς θυμήθηκε το χτεσινό τηλεφώνημα της Κατερίνας. «Αν το καλοεξετάσεις» συμπλήρωσε τον συλλογισμό του «η συνάντηση με μια κοπέλα άγνωστη μεν, που εντούτοις ήθελε να τον δει, δεν ήταν κάτι συνηθισμένο».

Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε, ξυρίστηκε με προσοχή, έβαλε τα ακουστικά του, κατόπιν φόρεσε τη ζώνη για τη μέση του, και ύστερα σιγοσφυρίζοντας πήγε στο κουζινάκι να ετοιμάσει το πρωινό του. Σήμερα το τραγούδι με το οποίο ξύπνησε ήταν ένας εύθυμος σκοπός του Κηλαηδόνη, δείγμα πως ξεκινούσε τη μέρα του με κέφι.

Καταπιάστηκε να φτιάξει το πρωινό του με τη μεθοδικότητα, που του είχε γίνει δεύτερη φύση. Ζέστανε νερό στον ηλεκτρικό βραστήρα και ώσπου να βράσει, έβαλε σε ένα φλιτζάνι μια κουταλιά νεσκαφέ και μια γερή κουταλιά μέλι. Έριξε το βραστό νερό ως τα δύο τρίτα του φλιτζανιού και συμπλήρωσε το υπόλοιπο με γάλα εβαπορέ. Είχε από χρόνια καταργήσει τη ζάχαρη και είχε ανακαλύψει μια σύζευξη, αθέμιτη ίσως για πολλούς, του καφέ με το μέλι. Είχε επίσης αντικαταστήσει το βούτυρο ή τα διάφορα υδρογονωμένα λάδια, με το ταχίνι, που του άρεσε από τότε που ήταν παιδί.

Πίνοντας το πρωινό του, βουτώντας μέσα παξιμάδια, αλειμμένα με ταχίνι και μαρμελάδα, κατάστρωσε το πρόγραμμα της ημέρας. Τι πρόγραμμα δηλαδή, σαχλαμάρες, αφού ουσιαστικά δεν είχε τίποτα να κάνει, εκτός από μια βόλτα στα μαγαζιά της πλατείας, για να αγοράσει  τα χρειώδη του σπιτιού, αλλά από παλιά του είχε μείνει η συνήθεια (έξις, δευτέρα φύσις, είπαμε), να προγραμματίζει κάθε πρωί λεπτομερώς τις δουλειές, τις επαφές και τις κινήσεις της ημέρας. Σήμερα εκτός από τα λίγα ψώνια για το σπίτι και κάτι για την Κατερίνα, να μην πάει με άδεια χέρια, δεν είχε τίποτ΄ άλλο να κάνει έξω.

Βγήκε από το σπίτι και κατηφόρισε προς την πλατεία. Στο καφενείο κοντά στα σιντριβάνια αντιλήφθηκε τη γνωστή πληχτική ομάδα των συνομήλικων του συνταξιούχων και, κάνοντας πως δεν τους είδε, τάχυνε το βήμα του. Θα του χαλούσε τη μέρα και η απλή επαφή μαζί τους. Πήγε στο βιβλιοπωλείο του Ευριπίδη, που στην πράξη λειτουργούσε σαν χαρτοπωλείο, αφού πολύ λίγοι αγόραζαν πια βιβλία.

Η κόρη του ιδιοκτήτη τον χαιρέτισε γελαστή και  εγκάρδια. Όταν πριν τριάντα χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στη Νέα Σμύρνη, έγινε αμέσως ο ταχτικότερος πελάτης τους. Εκείνη τότε ήταν μικρό κοριτσάκι, αλλά με τον πατέρα της είχαν γίνει φίλοι. Δεν ήταν απλός βιβλιέμπορος. Ήταν ενημερωμένος για τις νέες εκδόσεις και πολλά από τα βιβλία που πουλούσε τα διάβαζε πρώτα ο ίδιος. Τώρα δυστυχώς, χτυπημένος από καρδιακό επεισόδιο, είχε αποσυρθεί, αλλά η κόρη του τον αντικαθιστούσε επαξίως.

Αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο, πράγμα που είχε μήνες να κάνει και για πολλήν ώρα έψαχνε στα ράφια, ώσπου βρήκε κάποιο που όταν το ξεφύλλισε το βρήκε ενδιαφέρον. Ήταν «η περί Θεού αυταπάτη» του Ρίτσαρντ Ντόουκινς.

Κατόπιν πέρασε από την κάβα της γωνίας και αγόρασε ένα μπουκάλι μαύρο κρασί Νεμέας, που παρακάλεσε να το τυλίξουν για δώρο. Γύρισε στο σπίτι και καθώς ήταν ακόμα έντεκα, καταπιάστηκε να ψάχνει στα χαρτιά του για να βρει τις κριτικές για το βιβλίο του και εκείνη που του είχε κάνει ο Αντρέας για να τις σκανάρει και να τις αποθηκεύσει το βράδυ στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή. Βρήκε αυτά που ζητούσε στο βάθος ενός ντουλαπιού, τα ξεσκόνισε, τα έφερε στο γραφείο του και βάλθηκε να τα ξεφυλλίζει.

Θυμήθηκε τη συζήτηση που είχανε κάνει με τον Αντρέα, γυρνώντας από την πρώτη τους εκδρομή στην Αίγινα, για τα γερατειά και τη μοναξιά. Τότε δεν τον είχε τρομάξει η προοπτική αυτή. Σκεφτόταν βέβαια την επερχόμενη μοναξιά, είχε ζηλέψει βλέποντας πως η Έζμπα δεν την βίωνε, αλλά τότε τον παρηγορούσε η σκέψη πως βρισκόταν στη μέση ακόμα του δρόμου. Είχε πολύν καιρό για να σκεφτεί τη μοναξιά. Θυμήθηκε το γράμμα της Ντίνας, που δικαιολογούσε την απόφασή της να παντρευτεί γιατί φοβόταν τη μοναξιά στα γεράματα. Και τότε δεν είχε πάρει στα σοβαρά τον ερχομό της. Να όμως που ήρθε.

Τα χτυπήματα του ρολογιού της Αγίας Φωτεινής, τον έφεραν στο σήμερα.

«Έντεκα κι όλας» σκέφτηκε. Κι είχε να πάει στο Μαρούσι.

Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, έπλυνε τα μούτρα του και έστρωσε το μουστάκι του. Η εικόνα του τον ικανοποίησε, δεν έδειχνε πάνω από εβδομήντα χρονών κι ας κόντευε τα ογδόντα. Έβαλε το σακάκι του, πήρε το δέμα με το κρασί, έριξε μιαν εξεταστική ματιά στον χώρο και βγήκε από το σπίτι.

Σταμάτησε το πρώτο ταξί που τον πήγε ως τη στάση του Μετρό, στου Φιξ και κατόπιν με το τραίνο πήγε στην Ομόνοια, όπου βγήκε και πήρε τον ηλεκτρικό. Κατέβηκε στο Μαρούσι και πήγε με τα πόδια ως το σπίτι της Κατερίνας.

Του άνοιξε ο Αλέκος, που τον υποδέχτηκε όπως πάντα εγκάρδια, αλλά με κάποιο μυστηριώδες έως συνωμοτικό, όπως του φάνηκε, χαμόγελο. Στο καθιστικό βρήκε την Κατερίνα και την κόρη της να κουβεντιάζουν  με μια νέα γυναίκα, στην ηλικία της Ανθούλας, υπολόγισε.

Την ώρα που χαιρετούσε την παλιά του φίλη και την κόρη της, παρατήρησε πως η άλλη κοπέλα τον κοιτούσε με μεγάλη προσοχή και μάλιστα έδειχνε συγκινημένη. Η φυσιογνωμία της του φάνηκε οικεία. Κάτι του θύμιζε, αλλά δε μπόρεσε να εντοπίσει με ποια γνωστή του έμοιαζε. Φορούσε φυσικά κι αυτή παντελόνια, όπως και η Κατερίνα και η κόρη της.

«Λοιπόν Δήμο μου, αυτή είναι η Δήμητρα, ήρθε από το Λονδίνο και ψάχνει μια βδομάδα τώρα να σε βρει» του λέει η Κατερίνα, μόλις αυτός κάθισε, δείχνοντάς του την άγνωστη. Γύρισε και την κοίταξε με περιέργεια

«Και γιατί ψάχνετε να με βρείτε» τη ρώτησε χαμογελώντας «Τι το ενδιαφέρον παρουσιάζω, γέρος άνθρωπος. Εκτός πια αν είστε αρχαιολόγος»

Γέλασαν όλοι με το αστείο του

«Αρχιτεκτόνισσα είναι» διευκρίνισε η Ανθούλα

«Από χρόνια τώρα, η μητέρα μου και ο πατέρας μου όλο για σας μιλούσαν, Σας θαύμαζαν και σας αγαπούσαν…»

«Για στάσου, αγαπητό μου κορίτσι, αλλά τα έχω λίγο χαμένα. Κατ΄ αρχήν σας ξέρω; Την οικογένειά σας εννοώ»

«Την ξέρετε πολύ καλά. Ήταν παράλειψή μου που δε σας συστήθηκα κανονικά. Να με συγχωρείτε. Δήμητρα Σμίθσον» του λέει σφίγγοντάς του ζεστά το χέρι και κοιτώντας τον στα μάτια.

Ο Δήμος, πιστός στους κανόνες της ευγένειας, με τη χειραψία σηκώθηκε. Παρά το ξενικό της επώνυμο και τη λονδρέζικη προέλευσή της, η κοπέλα μιλούσε σχεδόν άπταιστα τα ελληνικά. Ξαφνικά το μυαλό του πήρε στροφές και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. «Σμίθσον», «Λονδίνο»… Αστραπιαία θυμήθηκε την Ελένη που του είπε, εδώ και εικοσιπέντε χρόνια, πως η Έζμπα στο Λονδίνο παντρεύτηκε αυτόν τον Τζέφρυ Σμίθσον.  Θυμήθηκε τον πόνο, την απορία και την οργή που είχε νοιώσει. Όλα ταίριαζαν τα ονόματα, ο τόπος οι χρονολογίες. Κοίταξε πάλι το κορίτσι, που εξακολουθούσε να του κρατά το χέρι και μέσα του άρχισε να τρέμει

«Θες να πεις πως είσαι η κόρη του Τζέφρυ και της….»

Δε συμπλήρωσε . Πώς θα την έλεγε, Έζμπα ή Βασιλική;

«Ακριβώς» του είπε εκείνη και τον κοίταξε πάλι στα μάτια, ενώ μια κοκκινίλα απλώθηκε στο πρόσωπό της. Της έπιασε και τα δυο χέρια

«Τι κάνουν οι γονιοί σου;»

Το πρόσωπό της σοβάρεψε

«Μα δεν τα μάθατε;» απόρησε «Τον πατέρα τον χάσαμε πριν εφτά χρόνια και η μαμά μου…»

Σταμάτησε για λίγο, τον κοίταξε πάλι στα μάτια και συμπλήρωσε:

«… η μαμά μου πέθανε πριν έξι μήνες».

Ένοιωσε την ανάγκη να καθίσει κάπου. Πέθανε η Βασιλική! δε ζει πια η Έζμπα! Όλα σκοτείνιασαν γύρω του. Η κοπέλα τρόμαξε από τη χλωμάδα που απλώθηκε στο πρόσωπό του και τον οδήγησε στην κοντινότερη πολυθρόνα, όπου κυριολεκτικά σωριάστηκε.

Η Κατερίνα του έφερε το ποτηράκι με το ποτό που δεν είχε προφτάσει να τον κεράσει. Η κόρη της Έζμπας τον κοιτούσε με αληθινή στεναχώρια

«Δε το περίμενα να μην το ξέρατε. Η μητέρα μου διατηρούσε επαφή με πολλούς κοινούς γνωστούς σας στην Αίγινα».

Πού να της εξηγεί τώρα πως εδώ και εικοσιπέντε χρόνια, μετά τον πόνο και την οργή που ένοιωσε μαθαίνοντας πως η αγάπη του παντρεύτηκε, είχε κόψει κάθε δεσμό με το νησί. Πως πούλησε το σπίτι του στα Πλακάκια, κλείνοντας το κεφάλαιο «Έζμπα – Αίγινα», πως ακόμα επέστρεφε όλα τα γράμματά της χωρίς να τα ανοίξει, σφραγίζοντας με τη σφραγίδα που έφτιαξε επί τούτου: «Επιστρέφεται – Παραλήπτης άγνωστος». Αυτή τη στιγμή, όχι εξηγήσεις, όχι κουβέντες, να πάει κάπου μόνος του και να κλάψει, ήθελε. Ο Αλέκος πήγε πίσω από την πολυθρόνα του κι ακούμπησε με κατανόηση τα χέρια του στους ώμους του, χωρίς να πει τίποτα.

Η Κατερίνα, που  με την κόρη της τους είχαν αφήσει να τα λένε, πρόβαλε στην πόρτα του σαλονιού γελαστή.

«Το τραπέζι είναι έτοιμο, ελάτε»

Με τη βοήθεια του Αλέκου σηκώθηκε και τον ακολούθησε στο τραπέζι. Τον έβαλαν να καθίσει στην μία πλευρά, τη στενότερη. Στις δυο φαρδύτερες πλευρές κάθισαν τα δυο κορίτσια στη μία κι ο Αλέκος με την Κατερίνα στην άλλη. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία άρχισε να τρώει και πιο πολύ να πίνει το ωραίο κόκκινο κρασί που γέμιζε τα ποτήρια τους. Στο τέλος άρχισε να μετέχει στην κουβέντα τους.

Έτσι έμαθε πως η Δήμητρα τέλειωσε αρχιτεκτονική στο Λονδίνο, έκανε μεταπτυχιακό (μάστερ το είπε), στην Αμερική και όταν πέθανε η μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα, με σκοπό να εγκατασταθεί εδώ μόνιμα. Ακούγοντάς την να μιλά, για μια στιγμή νόμισε πως έχει δίπλα του την Έζμπα, τόσο της έμοιαζε, και στα χαρακτηριστικά του προσώπου της, στον ήχο της φωνής της και στους τρόπους της.

Σαν αποφάγανε, με προτροπή της Κατερίνας πέρασαν στο σαλόνι για καφέ. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να παρατηρήσει πιο προσεχτικά την κόρη της αγαπημένης του, καθώς κάθισε σε μια πολυθρόνα απέναντί της. Δεν ήταν τόσο όμορφη σαν τη μητέρα της, ήταν όμως πιο φινετσάτη και είχε κληρονομήσει το αίσθημα του χιούμορ της Βασιλικής. Το γέλιο της πάντως ήταν παρόμοιο με το γέλιο της μητέρας της. Έπιασε τον εαυτό του να μη μπορεί α ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της.

Η κοπέλα είχε διάθεση να μάθει περισσότερα γι΄ αυτόν κι όλο ρωτούσε σχετικά.

«Η μητέρα μου αναφερόταν συχνά στην παρέα σας και έτσι σας ήξερα καλά και σας και την κυρία Κατερίνα και τον κύριο Αλέκο, πολύ πριν σας γνωρίσω από κοντά».

«Μα εδώ, σ΄ αυτό το σπίτι γνωρίστηκαν ο Δήμος κι η μαμά σου» της λέει η Κατερίνα.

«Θυμάσαι που δεν ήθελες να ρθείς;» τον ρώτησε ο Αλέκος.

Το θυμήθηκε αυτό το πάρτι σα να έγινε χτες. Πραγματικά όταν, την προηγουμένη, τον κάλεσε η Κατερίνα, της είχε πει πως είχε κάποιες δουλειές να τελειώσει και δε θα μπορούσε να πάει. Ήρθαν όμως από το σπίτι του και τον πήραν, σχεδόν με το ζόρι, ο Κώστας κι ο Αλέκος.

……………………………………………………………………………..

Τι σπουδαία παρέα είχαν τότε! Όλοι τους είχαν κρατήσει εκείνη τη φλόγα, το τρελό κέφι και την αισιόδοξη αποκοτιά, που είχανε από τότε που οργανώθηκαν, επί Κατοχής ακόμα, στην ΕΠΟΝ. Θυμόταν την καζούρα που κάνανε στους αντιδραστικούς καθηγητές τους στο Γυμνάσιο, με πρώτον εκείνο τον αμίμητο Χρήστο, που είχε ρωτήσει τον θεολόγο τους πώς λεγόταν ο τέταρτος γιος του Νώε ή τα ανώνυμα ερωτικά γράμματα που βάζανε κρυφά στην τσάντα της γεροντοκόρης καθηγήτριας των γαλλικών. Ύστερα θυμήθηκε τα πρώτα φλερτ με τα συνομήλικα κορίτσια του Γυμνασίου Θηλέων, τα οποία φλερτ είχε θέσει εκτός νόμου το πουριτανικό πνεύμα που επικρατούσε στην οργάνωση.

…………………………………………………………………………………

«Πού τρέχει ο νους σου:»

Η φωνή του Αλέκου τον έφερε στην πραγματικότητα.

«Συλλογιζόμουν  τα παλιά» απολογήθηκε «σε κείνο το πάρτι, αν θυμάστε δημιουργήθηκαν τρία ζευγάρια αλλά μόνο το δικό σας πρόκοψε, κατέληξε σε γάμο και ευλογήθηκε με παιδί».

«Μ΄άρεσε αυτό το «ευλογήθηκε», μου θύμισε τον παπά-Νικόλα» γέλασε η Κατερίνα. «Ο Κώστας τότε τα έφτιαξε με τη Λούλα ή με τη Δανάη;» αναρωτήθηκε.

«Με τη Λούλα βέβαια. Άρχισες να ξεχνάς; Η Λούλα ήταν στην παρέας σας, η Δανάη εμφανίστηκε πολύ αργότερα, λίγο πριν τη Χούντα» απάντησε ο Αλέκος.

Στράφηκε σ΄ αυτόν.

«Εσύ τότε δούλευες σ’ ένα φροντιστήριο της Πλατείας Κάνιγγος, εγώ είχα μόλις διοριστεί μηχανικός στον ΕΟΤ κι ο Κώστας ήταν ασκούμενος δικηγόρος, αλλά παράλληλα πουλούσε βιβλία, πόρτα-πόρτα».

«Σωστά. Εγώ τότε είχα μπει στο Πανεπιστήμιο και η Βασιλική στη Σχολή Καλών Τεχνών. Θυμάστε βρε παιδιά την πορεία Ειρήνης το Μάη του ΄64;» είπε ξαναμμένη η Κατερίνα.

«Εσείς κορίτσια» στράφηκε στις κοπέλες που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη συζήτηση, «δε μπορείτε να φανταστείτε την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Ήμασταν τότε έντονα πολιτικοποιημένοι…»

«Αφού, σκεφτείτε, πήραμε μέρος στην Πορεία από την αρχή της, από τον Τύμβο» τη διέκοψε ο Δήμος, που με τη συζήτηση ξαναβρήκε το κέφι του.

«Ξεποδαριαστήκαμε να περπατάμε κοντά δέκα ώρες, αλλά το ευχαριστηθήκαμε» γέλασε ο Αλέκος.

Ήταν περασμένες έξι, όταν ένοιωσε κουρασμένος.

«Λέω να πηγαίνω. Ειλικρινά χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, λέει της Δήμητρας. Και σας ευχαριστώ παιδιά για το τραπέζι και την παρέα», λέει στην Κατερίνα και τον Αλέκο.

«Πώς θα φύγεις;» τον ρώτησε αυτός «έχεις το αμάξι σου;»

«Έκλεισε χρόνος τώρα, που δεν οδηγώ. Θα πάρω τον ηλεκτρικό».

«Αν είν΄ έτσι, θα σας πάω εγώ με το αυτοκίνητό μου» του λέει η Δήμητρα.

«Να μη σε βάζω σε κόπο».

«Κανένας κόπος. Άλλωστε είναι στο δρόμο μου. Στη Νέα Σμύρνη δε μένετε; Εγώ μένω στο Παλιό Φάληρο».

Χαιρέτησαν τους φίλους τους και φύγανε. Την ακολούθησε ως το αυτοκίνητό της, που το είχε αράξει εκεί κοντά και παρακολουθούσε το ζωηρό και κομψό ταυτόχρονα βάδισμά της. Οι κινήσεις της όταν άνοιξε τις πόρτες του αμαξιού, κάθισε δίπλα του και έβαλε τη ζώνη ασφαλείας, είχαν τη σβελτάδα και την άνεση της Έζμπας. Αλλά και στο προφίλ έμοιαζε πολύ με τη μητέρα της.

Δε χόρταινε να την παρατηρεί, όπως οδηγούσε με σιγουριά και επιδεξιότητα.

«Πώς σου φαίνεται να οδηγείς αυτοκίνητο με αριστερό τιμόνι. Εσείς εκεί οδηγείτε ανάποδα».

«Όχι. Εσείς οδηγείτε ανάποδα» γέλασε «η Αγγλία κράτησε τον τρόπο που κυκλοφορούσαν οι πεζοί κατά το Μεσαίωνα, δηλαδή από την αριστερή πλευρά του δρόμου, ώστε να έχουν το δεξί τους χέρι ελεύθερο για να αντιμετωπίσουν επιθέσεις κακοποιών. Αργότερα αυτός ο τρόπος επεκτάθηκε στην κυκλοφορία των οχημάτων. Ο Ναπολέοντας όταν κυριάρχησε στην Ευρώπη, επέβαλε την πορεία από τη δεξιά πλευρά του δρόμου, που την υιοθέτησαν και οι Αμερικανοί, καθώς τότε εχθρεύονταν τους Άγγλους. Αντίθετα οι Σουηδοί, που δεν τα είχαν καλά με τον Ναπολέοντα, διατήρησαν για πολύν καιρό την πορεία από την αριστερή πλευρά του δρόμου».

«Ε, λοιπόν αυτό δεν το ήξερα. Γηράσκω αεί διδασκόμενος».

«Περίεργο, που δεν το ξέρατε. Η μητέρα μιλώντας για σας, συχνά σας έλεγε παντογνώστη».

«Να όμως που αυτό δεν το ήξερα».

«Με τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα εξοικειώθηκα στην Αμερική, όταν έκανα το μεταπτυχιακό μου εκεί. Έμεινα τρία χρόνια και είχα αγοράσει αυτοκίνητο. Τούτο δω το νοίκιασα όταν ήρθα».

«Πώς σου φαίνεται η Ελλάδα; Βέβαια η Αθήνα όπως κατάντησε τα τελευταία πενήντα χρόνια δεν είναι το καλύτερο δείγμα της».

«Εξαρτάται από ποια σκοπιά τη βλέπεις. Αν τη δεις με το μάτι του Ευρωπαίου, του υποδουλωμένου στην τάξη και την ησυχία, μπορεί να μη σου αρέσει, αν τη δεις απελευθερωμένος από τον καθωσπρεπισμό, σου αρέσει. Ύστερα είναι αυτό το φως, αυτό το κλίμα που σε κατακτά αμέσως».

«Είναι τα μόνα πράγματα, που δεν κατόρθωσαν να χαλάσουν οι πολιτικοί μας».

«Ωραίο αυτό που είπατε» γέλασε.

«Δεν το είπα εγώ, αλλά ένας συγγραφέας του περασμένου αιώνα, ο Ροΐδης. Δεν θα τον ξέρεις».

«Και όμως τον ξέρω. Διάβασα μάλιστα, στα αγγλικά, ένα μυθιστόρημά του, που βρήκα στα βιβλία του Τζέφρυ, «Δη Πόπες Τζόαν» λεγόταν, που μου άρεσε πολύ».

«Δεν ξέρω αν ο μεταφραστής μπόρεσε να αποδώσει το χιούμορ και τη μοναδική σε γοητεία γλώσσα του Ροΐδη. Διαβάζεις ελληνικά;»

«Μα έχω πάει σε ελληνικό σχολείο τα πρώτα έξι χρόνια και στο σπίτι με τη μητέρα, μιλούσαμε πάντα ελληνικά και μούδινε να διαβάζω ελληνικά βιβλία για παιδιά και εφήβους».

«Τότε να σου δώσω να διαβάσεις στα ελληνικά την «Πάπισσα Ιωάννα», θα σου αρέσει πολύ».

Με την κουβέντα φτάσανε στη Νέα Σμύρνη.

«Εδώ κοντά μένω» της λέει σα φτάσανε στην πλατεία. Της έδειξε  πώς θα τον πήγαινε ως το σπίτι του και όταν σταμάτησε και βγήκαν, στάθηκε για λίγην ώρα κοιτάζοντάς την χωρίς να μιλά.

«Σ΄ ευχαριστώ για τον κόπο που έκανες να με φέρεις ως εδώ και περιττό να σου πω πόσο χάρηκα που σε γνώρισα. Θέλω να τα ξαναπούμε το συντομότερο».

«Μα κι εγώ, τώρα που σας βρήκα θέλω, αν δε σας πειράζει,  να έρχομαι να σας βλέπω, όσο πιο συχνά γίνεται».

«Είναι δυνατόν να με πειράξει μια τέτοια τύχη. Το σπίτι μου να το θεωρείς σαν δικό σου».

Στάθηκε γα λίγο κοιτάζοντάς τον στο πρόσωπο, χωρίς να μιλά. Κατόπιν, απροσδόκητα, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο.

«Καληνύχτα» μουρμούρισε μόνο και τον άφησε.

Έμεινε στο πεζοδρόμιο, βλέποντας την να μπαίνει στο αμάξι της με σίγουρες, άνετες κινήσεις και να βάζει μπρος τη μηχανή. Στεκόταν ακόμα και όταν χάθηκε στη στροφή του δρόμου.

Advertisement

Ρυθμίσεις απορρήτου

We will be happy to hear your thoughts

Leave a reply

Shopping cart